διαξιφίζομαι

διαξῐφ-ίζομαι,
A fight to the death,

τινὶ περί τινος Ar.Eq.781

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαξιφίζομαι — (Α διαξιφίζομαι) (αποθ.) [ξιφίζω < ξίφος] μάχομαι με ξίφος, ξιφομαχώ νεοελλ. διαπληκτίζομαι φραστικώς …   Dictionary of Greek

  • διαξιφίζομαι — διαξιφίστηκα 1. ξιφομαχώ. 2. μτφ., συγκρούομαι με κάποιον …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαξιφίζεσθαι — διαξιφίζομαι fight to the death pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαξιφίσασθαι — διαξιφίζομαι fight to the death aor inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδιαξίφιστος — η, ο [διαξιφίζομαι] (συνήθως μτφ.) 1. αυτός που δεν υπέστη ή δεν είναι δυνατόν να υποστεί επιθέσεις ή υπαινιγμούς λόγου 2. αυτός που δεν είναι τρωτός στους διαξιφισμούς …   Dictionary of Greek

  • διαξιφισμός — ο (Α διαξιφισμός) [διαξιφίζομαι] η ξιφομαχία νεοελλ. ανταλλαγή δηκτικών υπαινιγμών, έντονων χαρακτηρισμών σε προφορική συζήτηση, αλληλογραφία ή αρθρογραφία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.